ἐλαιοσπάραγος
ἐλαιοσπάραγος, olive-shoots
ἐλαιο-σπάρᾰγος [σπᾰ], ὁ,
- olive-shoots used as a vegetable, POxy. 1849, 1861 (vi A.D.).
bot. espárrago cultivado, op. al triguero
ἐσθίειν ἐλαιοσπάραγον καὶ ἀγριοσπάραγον
δέματα ἐλαιοσπαράγων