ἐλαιοκάπηλος
ἐλαιοκάπηλος, oil-dealer
ἐλαιο-κάπηλος [ᾰ], ὁ,
- oil-dealer, PLille 3.55 (iii B.C.), Lib. Decl. 26.18.
vendedor de aceite al por menor, aceitero
οἱ ἐλαιοκάπηλοι οἱ τὴν διάθεσιν ἐξειληφότες
ἐλαιο·κάπηλος, ου (ὁ) [ᾰ] marchand d’huile au détail (cf. ἐλαιοπώλης) Lib. 4, 39.
Étym. ἔ. κάπηλος.
ἐλαιοκάπηλος, Oelhändler, Liban.