Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ἐλαιούσσιος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἔλαιος
ἐλαιός
Ἔλαιος
ἐλαιοσκοπία
ἐλαιοσπάραγος
ἐλαιόσπονδα
ἐλαιόσπονδος
ἐλαιοστάφυλος
Ἐλαιοτειχίτης
ἐλαιοτόκος
ἐλαιοτριβεῖον
ἐλαιοτρίβιον
ἐλαιοτριπτής
ἐλαιοτροπικός
ἐλαιοτρόπιον
ἐλαιοτρυγητός
ἐλαιότρυγον
Ἐλαίου τεῖχος
Ἐλαιοῦντάδε
Ἐλαιουντόθεν
ἐλαιουργεῖον
ἐλαιουργέω
ἐλαιουργία
ἐλαιουργικός
ἐλαιούργιον
ἐλαιούργισσα
ἐλαιουργός
Ἐλαιοῦς
Ἐλαιούσιος
Ἐλαιοῦσσα
Ἐλαιούσσιος
ἐλαιοφανής
ἐλαιοφιλοφάγος
ἐλαιοφοινικών
ἐλαιοφόρος
ἐλαιοφυής
ἐλαιόφυλλον
ἐλαιοφυτεία
ἐλαιόφυτος
ἐλαιοχρηΐστας
ἐλαιοχρηστία
ἐλαιοχρίστης
ἐλαιοχριστία
ἐλαιοχρίστιον
ἐλαιόχροος
ἐλαιόχρους
ἐλαιοχυτέω
ἐλαιοχύτης
ἐλαιοχύτησις
ἐλαιόχυτος
ἐλαιόω
ἐλαιρόν
ἐλαιρός
ἐλαΐς
Ἐλαΐς
ἐλαίς
ἐλαϊστήρ
ἐλαϊστήριον
ἐλαϊστής
Ἐλαΐτης
Ἐλαϊτικός
…
Ἐλαιούσσιος
Save
DGE
Ἐλαιούσσιος
-α, -ον
eleusio
ét. de Eleusa (
Ἐλαιοῦσσα
2
), St.Byz.s.u.
Ἐλαιοῦσσα
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}