ἐλαιωνίδιον Save LSJ DGE ἐλαι-ωνίδιον, τό, Dim. of ἐλαιών, PBaden 33.8 (ii A.D.). ἐλαιωνίδιον -ου, τό pequeño olivar, PBaden 33.8 (II d.C.).