ἐλαϊστήριον
ἐλαϊστήριον, olive-press
ἐλᾱ-ϊστήριον, τό,
- olive-press, CIG 2694b (Mylasa).
almazara, molino o fábrica de aceite
ἐ. καὶ ἄρμενα ἐλαιοτροπικά
ἐ. καὶ πατητήριον συν τοῖς ἐνοῦσι ἀρμένοις