ἐλεητύς
ἐλεητύς, pity, mercy
ἐλε-ητύς, ύος, ἡ, Ep. and Ion.
- = ἔλεος, pity, mercy, Od. 17.451.
piedad, compasión
ἐπεὶ οὔ τις ἐπίσχεσις οὐδ' ἐ. ἀλλοτρίων χαρίσασθαι
ἐλεητύος ἄφθονε δωτήρ
ἐλεητύς, ύος (ἡ) compassion, commisération, Od. 17, 451.
Étym. ἐλεέω.
ἐλεητύς, ύος, ἡ, das Mitleid, Od. 17.451.
ἐλεητύς
ἡ
[ἐλεέω.]
Compunction in using, sparing: οὔ τις ἐ. ἀλλοτρίων χαρίσασθαι Od. 17.451. Cf. Od. 14.82.
ἐλεητύς , ύος= ἔλεος, Od. 6.82 and Od. 17.451.
ἐλεητύς, ύος
Ionic for ἔλεος,
- pity, mercy, Od.