ἐλελίσφακον
ἐλελίσφᾰκ-ον, τό,
- = sq. [ἐλελίσφακος, salvia], Dsc. 3.33, 4.103.
- II = ψευδοδίκταμνον, Ps.-Dsc. 3.32.
ἐλελίσφακον, ου (τὸ) [ᾰ] c. le suiv. Diosc. 3, 40.
ἐλελίσφακον, τό, Diosc. u. a.Sp., = ἐλελίσφακος.