ἑλειόχρυσος Save LSJ Bailly 2024 Pape ἑλειό-χρῡσος, = ἑλίχρυσος, Thphr. HP 6.8.1, 9.19.3. ἑλειό·χρυσος, ου (ὁ) [ῡ] c. ἑλίχρυσος, Th. H.P. 6, 8, 1. Étym. ἕ. χρυσός. ἑλειόχρυσος, [ῡ], ὁ, = ἑλίχρυσος, Theophr.