ἐλευθέρωσις
ἐλευθέρωσις, a setting free
- liberation, Hdt. 9.45; ἀπό τινος Th. 3.10; δούλων ἐ. ποιεῖσθαι Arist. Pol. 1315a37, cf. POxy. 48.2 (i A.D.), etc.: pl., Plu. Galb. 5.
- II licence, Pl. R. 561a.
1 ref. colect. liberación de pueblos respecto al dominio externo o a los tiranos, c. gen.
τῶν Ἑλλήνων
τῆς μητροπόλεως
ἡ ἐ. τῶν Σικελιωτῶν
c. ref. al tirano Dionisioπερὶ τῆς τῶν τυράννων καταλύσεως καὶ τῆς τῶν πόλεων ἐλευθερώσεως
ἀπὸ τοῦ Μήδου
ἐ. ἀπὸ τῶν τριάκοντα τυράννων
πῖλόν τις ἐπὶ δόρατος ἔφερε, σύμβολον ἐλευθερώσεως
• tb. ref. individuos
τὴν ἐλευθέρωσιν ἣν κατῄνεσεν ὑμῖν τε κἀμοί
de los sátiros respecto a Apoloἡ ἐ. τοῦ Προμηθέως
2 de esclavos manumisión
δούλων
δὸς ἐλε[υ]θέρωσιν Εὐφροσύνης δούλης
περὶ ἐλευθερώσεως
τὰς κατὰ μέρος ἐλευθερώσεις ἀποδώσει τοῖς δεομένοις
• liberación
δουλείας ἐ.
3 ref. abstr., c. gen. epexegético liberación, licencia, libre uso op. ‘represión’
ἡδονῶν ἐ. τε καὶ ἄνεσις
1. bevrijding:
2. vrijlating:
- a setting free, Hdt., Thuc. from ἐλευθέρωσις