ἐλευθερωτής
ἐλευθερωτής, a liberator
ἐλευθερ-ωτής, οῦ, ὁ,
- liberator, Max.Tyr. 21.6, Luc. Vit.Auct. 8, D.C. 41.57.
1 libertador
ἐ. εἰμι τῶν ἀνθρώπων
del filósofo Diógenesὁ δουλείας ἐ.
de Heraclesἐλευθερωταὶ τοῦ δήμου
de los asesinos de César
• crist. libertador, redentor
τῷ πάντων ἐλευθερωτῇ θεῷ χαριστήρια φερόντων
ὁ ἐ. τῆς ἐμῆς ψυχῆς ἐκ τῆς τῶν πολλῶν δουλείας
μετὰ τῶν αἰχμαλώτων ὁ ἐ.
2 jur. manumisor
οἱ ... τῶν ἔμπροσθεν δουλευόντων ἐλευθερωταί
ἐλευθερωτής, οῦ (ὁ) libérateur, Luc. V. auct. 8 ; DC. 41, 57 ; M. Tyr. 85, 20.
Étym. ἐλευθερόω.
ἐλευθερωτής, ὁ, der Befreier, Luc. Vit.auct. 8 u. 86.
ἐλευθερωτής, οῦ,
from ἐλευθέρωσις
- a liberator, Luc.