ἐλευθερολάτομοι
ἐλευθερολάτομοι, free quarrymen
ἐλευθερο-λάτομοι [ᾱ], οἱ,
- free quarrymen, PPetr. 3 p.105 (iii B.C); δεκάταρχοι τῶν ἐ. ib. 2p.33 (iii B.C.).