About Report a problem

Menu

ἐνδελέχεια

ἐνδελέχεια, continuity, persistency

ἐνδελέχ-εια, ἡ,
  • continuity, persistency, πέτρην κοιλαίνει ῥανὶς ὕδατος ἐνδελεχείῃ Choeril. 10; πάντα γὰρ ταῖς ἐνδελεχείαις καταπονεῖται πράγματα Men. 744.--Freq. confused with ἐντελέχεια (q. v.).

Saved

Recent