ἐνδεσμεύω
ἐνδεσμεύω, bind to
ἐν-δεσμεύω,
- bind to or in, τινὰς εἰς καταπέλτας D.S. 20.71:—Pass., Dsc. Eup. 1.146; τῇ Χέρσῳ D.S. 3.40.
1 atar, sujetar
τοὺς δὲ εἰς τοὺς καταπέλτας ἐνδεσμεύων ... κατετόξευσε
2 envolver
τοῦτον (ἐρέβινθον) ... ὀθονίῳ
αὐτὸν (τὸν τάριχον) ... εἰς χάρτην
ῥίζα ... ἐνδεσμευομένη κυτίδι
3 encerrar, aprisionar en v. pas.
ὥστε ... τὸ σκάφος ... ἐνδεσμεύεσθαι τῇ χέρσῳ
εἴς τινα θηρίων ἐνδεσμεύονται σώματα
ἐν·δεσμεύω, lier dans, DS. 3, 40 ; 20, 71 ; Diosc. Eup. 1, 155.
ἐνδεσμεύω, anbinden, DS. 3.40, 20.71.