ἔνδεσμα
ἔνδεσμα, amulet
ἔν-δεσμα, ατος, τό,
- amulet, Dsc. 2.114.
atado, atadijo
ἐνδέσματι ... χρῶνται ταῖς ῥίζαις πρὸς χοιράδας
ἔνδεσμα, ατος (τὸ) c. ἔνδεμα, Diosc. 2, 140 (ἐνδέω 1).
ἔνδεσμα, amulet
atado, atadijo
ἐνδέσματι ... χρῶνται ταῖς ῥίζαις πρὸς χοιράδας