ἐννεαπλάσιος
ἐννεαπλάσιος, ninefold
ἐννεα-πλάσιος [πλᾰ], α, ον,
- ninefold, dub. in Ibyc. 33.
gener. c. gen. de compar. nueve veces más o mayor que, de donde muchas veces mayor que
(φησι) ἀμβροσίαν τοῦ μέλιτος ... ἐννεαπλασίαν ἔχειν γλυκύτητα
• mat., geom. nueve veces mayor que
ἐ. ἄρα τὸ (τρίγωνον) ἀπὸ τῆς ΒΓ τοῦ ἀπὸ τῆς ΓΔ
ἐ. <ἂν> εἴη ὁ μείζων ἀριθμὸς τοῦ ἐλάττονος
τὰ γὰρ μήκει τριπλάσια δυνάμει ἐνναπλάσια
μοῖρα
ἐννεαπλάσιος, α, ον [λᾰ] neuf fois aussi grand, Ibyc. (Ath. 39b).
Étym. ἐ. -πλάσιος.
ἐννεαπλάσιος, neunfach, Ibyc. bei Ath. II.39b, wofür Eust. zitiert ἐννεαπλασίων.