ἐννεάφθογγος
ἐννεάφθογγος, of nine notes
ἐννεᾰ-φθογγος, ον,
- of nine notes, μέλος Trag.Adesp. 546.11.
de nueve sones
Μουσῶν ἐννεάφθογγον μέλος
ἐννεά·φθογγος, ος, ον, à neuf sons, Poèt. (Stob. Fl. 97, 17).
Étym. ἐ. φθόγγος.
ἐννεάφθογγος, neuntönig, -stimmig, μουσῶν μέλος p. bei Stob. fl. 97.17.