Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐντεσιουργός
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐντερίδιον
ἐντερικός
ἐντέρινος
ἐντέριον
ἐντερίς
ἐντεριώνη
ἐντεριώνιον
ἐντεριωνίς
ἐντεροειδής
ἐντεροεπιπλοκήλη
ἐντεροκήλη
ἐντεροκηλήτης
ἐντεροκηλικός
ἐντεροκοιλιακός
ἐντερόκροτος
ἐντερόμαντις
ἐντερόμφαλον
ἐντερόμφαλος
ἔντερον
ἐντερόνεια
ἐντεροπονέω
ἐντεροπράτης
ἐντεροπώλης
ἐντεροπωροκήλη
ἐντεροφύλαξ
ἔντεσα
ἐντεσδόμος
ἐντεσιεργός
ἐντεσίεργος
ἐντεσιμήστωρ
ἐντεσιουργός
ἐντέταμαι
ἐντεταμένος
ἐντεταμένως
ἐντέταται
ἐντετραίνω
ἐντετριμμένως
ἐντετυπωμένως
ἔντευγμα
ἐντεῦθεν
ἐντευθενί
ἐντευκτέον
ἐντεύκτης
ἐντευκτικός
ἐντευξίδιον
ἔντευξις
Ἐντεύς
ἐντευτενί
ἐντευτλανόομαι
ἐντευτλανόω
ἐντευτλιάω
ἐντεύχω
ἔντεφρος
ἐντεχνάζω
ἐντεχνής
ἐντεχνία
ἔντεχνος
ἐντέχνως
ἔντηκτος
ἐντήκω
ἐντηρέω
…
ἐντεσιουργός
Save
DGE
ἐντεσιουργός
-όν
que trabaja provisto de arneses
Hsch., cf.
ἐντεσιεργός
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}