Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐντερίδιον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐντεκνόω
ἐντεκταίνομαι
ἐντελέθω
ἐντέλεια
Ἐντέλεια
ἐντελετέω
ἐντελευτάω
ἐντελέχεια
ἐντελεχής
ἐντελεχῶς
ἐντελέω
ἐντελής
Ἐντελίδης
ἐντελικός
Ἔντελλα
Ἐντέλλας
Ἐντελλῖνος
Ἔντελλος
ἐντέλλω
ἐντελόμισθος
ἐντελῶς
ἐντεμενίζω
ἐντεμένιος
ἐντέμνω
ἐντενής
ἐντεομήστωρ
ἐντεπάκτιον
ἐντερεπιπλοκήλη
ἐντερεύω
ἐντερίδια
ἐντερίδιον
ἐντερικός
ἐντέρινος
ἐντέριον
ἐντερίς
ἐντεριώνη
ἐντεριώνιον
ἐντεριωνίς
ἐντεροειδής
ἐντεροεπιπλοκήλη
ἐντεροκήλη
ἐντεροκηλήτης
ἐντεροκηλικός
ἐντεροκοιλιακός
ἐντερόκροτος
ἐντερόμαντις
ἐντερόμφαλον
ἐντερόμφαλος
ἔντερον
ἐντερόνεια
ἐντεροπονέω
ἐντεροπράτης
ἐντεροπώλης
ἐντεροπωροκήλη
ἐντεροφύλαξ
ἔντεσα
ἐντεσδόμος
ἐντεσιεργός
ἐντεσίεργος
ἐντεσιμήστωρ
ἐντεσιουργός
…
ἐντερίδιον
Save
Pape
ἐντερίδιον
, τό, dim. zu ἔντερον, Alexis bei Ath. VII.326e, neben κρεάδια.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}