ἐντότερος Save ἐντότερος, inner LSJ DGE ἐντότερος, α, ον, inner, τὴν αὐλὴν τὴν ἐ. LXX Es. 4.11. ἐντότερος -α, -ον más interior ἡ αὐλὴ ἡ ἐντοτέρα LXX Es.4.11 (ap. crít.), cf. A.Al.18.1.10.