ἐνυφίσταμαι
ἐνυφίσταμαι, subsist in
ἐνυφ-ίσταμαι,
- subsist in, M.Ant. 4.14; ἐν τῷ ἑνί Id. 6.25.
- II withstand, τὸν πόλεμον J. BJ 4.1.5.
ἐνυφίσταμαι, subsist in