ἐξέλευσις Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐξέλευσις, εως, ἡ, later word for ἔξοδος, LXX 2 Ki. 15.20. ἐξέλευσις, εως (ἡ) sortie, Spt. 2 Reg. 15, 20. Étym. ἐξελεύσομαι. ἐξέλευσις, ἡ, der Ausgang, = ἔξοδος, Sp.