ἐξελαύνω
ἐξελαύνω, to drive out from
- drive out, ἄντρου ἐξήλασε μῆλα Od. 9.312, cf. 227, 11.292: abs., drive afield, of a shepherd, 10.83.
- 2 esp. drive out, expel from a place, μήτι . . ἡμέας ἐξελάσωσιν γαίης ἡμετέρης 16.381; ἐξήλασέν με κἀπέκλῃσε δωμάτων A. Pr. 670; πάτρας, χθονός, S. OC 376, 823; γῆς ἐκ πατρῴας ἐξελήλαμαι ib. 1292; ἐκ τῆς πατρίδος Hdt. 5.91; ἐκ τῆς οἰκίας Ar. Nu. 123; ἐκ τῶν πόλεων Pl. Grg. 466d; Τιτῆνας ἀπʼ οὐρανοῦ Hes. Th. 820; τὸ βάρβαρον ἐκ τῆς θαλάττης Pl. Mx. 241d; ἐξεληλαμένος τῆς βουλῆς Plu. Cic. 17; ἐ. τινά banish, Hdt. 1.60, Ar. Ach. 717, Pl. Ap. 30d:—Med., Th. 4.35, 7.5.
- 3 drive out horses, etc., ἵππους ἐξέλασε Τρώων out of the ranks of the Trojans, Il. 5.324, cf. 10.499; ἁρμάτων ὄχους E. Ph. 1190:—Med., drive out oneʼs horses, ἵππους ἐξελάσασθαι ὑφʼ ἅρματι Theoc. 24.119 (but, drive off captured cattle, Plb. 4.75.7); ἐ. στρατόν, στρατιήν, lead out an army, Hdt. 1.76, 7.38; ἐ. νῆα ὅρμου A.R. 1.987; lead out a procession, ἐ. τὸν Ἴακχον Plu. Alc. 34; θρίαμβον Id. Marc. 22: hence,
- b freq. with the acc. omitted, as if intr., ἐς δίφρον ὀρούσας ἐξέλασʼ ἐς πληθύν he drove out, Il. 11.360, etc.; ride out, Th. 7.27, X. Cyr. 1.3.3, etc.; ἐ. ἐκ τῶν ἄλλων ἱππέων Lys. 20.28; march out, Hdt. 4.80, 8.113, etc.; go out, X. Cyr. 8.3.1.
- 4 expel, banish, get rid of a thing, τῶν ὀμμάτων τὸ αἰδούμενον Plu. QConv. 2.654d; by washing, κόνιν λαγόνων Call. Lav.Pall. 6.
- 5 metaph., reject, Jul. Caes. 306c.
- II knock out, χαμαὶ δέ κε πάντας ὀδόντας γναθμῶν ἐξελάσαιμι Od. 18.29.
- III beat out metals, ἐ. ἡμιπλίνθια ἐκ χρυσοῦ Hdt. 1.50; ἐθηεῖτο σίδηρον ἐξελαυνόμενον ib. 68, cf. 7.84; κέντρον ἐπὶ λεπτὸν ἐξεληλασμένον Plb. 6.22.4.
1. met acc. (en gen.)
a. uit ... drijven:
b. laten uitrukken, erop uitsturen, meestal milit.:
c. verdrijven, verjagen (uit):
d. uit ... slaan:
e. (metaal) drijven, uithameren:
2. abs. en intrans. uitrijden, wegrijden, uitrukken:
heraustreiben, -jagen ; ἵππους ἐξέλασε Τρώων μετʼ Ἀχαιούς, er trieb die Rosse aus der Reihe der Troer heraus, Il. 5.324, wie ὄχους Eur. Phoen. 1109 ; νῆα λιμένος Ap.Rh. 1.987 ; οὐδʼ ἐδύναντο οὔθʼ ὁ τὸν ἐξελάσαι οὔθʼ ὁ τὸν ἂψ ὤσασθαι Il. 15.417 ; ἐρίφους τε καὶ ἄρνας σήκων ἐξελάσαντες Od. 9.227, wie ἄντρου ἐξήλασε μῆλα ib. 312 ; πάντας ὀδόντας γναθμῶν ἐξελάσαιμι, ich möchte ihm alle Zähne aus den Kinnbacken schlagen, 18.29 ; ἐξήλασέν μεκ ἀπέκλεισε δωμάτων Aesch. Prom. 673 ; Πολυνείκη ἐξελήλακε πάτρας Soph. O.C. 357, verbannen, wie γῆς ἐκ πατρῴας ἐξελήλαμαι φυγάς 1294 ; ἐξελῶ σʼ ἐς κόρακας ἐκ τῆς οἰκίας, ich werde dich aus dem Hause jagen, Ar. Nub. 123 ; u. so, bes. vertreiben aus Stadt u. Land, Her. u. Folgde ; gew. mit ἐκ, wie ἐκ τῶν πόλεων Plat. Gorg. 466d ; πᾶν τὸ βάρβαρον ἐκ τῆς θαλάττης Menex. 241d ; Τιτῆνας ἀπʼ οὐρανοῦ Hes. Th. 820. – Im Pomp heraustragen, τὸν Ἴακχον Plut. Alc. 34. – Mit ausgelassenem acc., scheinbar intr., herausfahren, reiten, ausrücken, ἂψ ἐς δίφρον ὀρούσας ἐξέλασʼ ἐς πληθύν Il. 11.359 ; Her. 4.80 ; bes. vom Heere, 8.113, vgl. ἐξήλαυνε τὴν στρατιήν 7.38 ; Xen. An. 1.2.5 u. oft, wie Thuc. 7.27 u. A.; einen Aufzug halten, Xen. Cyr. 8.3.1 ; vgl. θρίαμβον Plut. Marc. 22. – Von Metallarbeiten, durch Hämmern heraustreiben, treiben, Her. 1.50 ; vgl. Ath. VI.230e ; κέντρον ἐπὶ λεπτὸν ἐξεληλαμένον καὶ συνωξυσμένον Pol. 6.22.4. – Das med. im aor. hat Thuc. 4.35 ; eigtl. aus seinem Lande vertreiben, 7.5 ; für sich wegtreiben, Pol. 4.75.2 ; ἵππους ἐξελάσασθαι, seine Rosse forttreiben, Theocr. 24.117.
[ἐξ- 1.]
In pres. only in pple. in form ἐξελάων Od. 10.83.
3 sing. impf. ἐξήλαυνε Il. 10.499.
Fut. infin. ἐξελάαν Il. 8.527: Od. 11.292.
3 sing. aor. ἐξήλασε Od. 9.312. ἐξέλασε Il. 5.324, Il. 11.360, Il. 13.401.
3 pl. ἐξήλασσαν Il. 11.562.
3 pl. subj. ἐξελάσωσι Od. 16.381.
Opt. ἐξελάσαιμι Od. 18.29.
3 sing -ειε Il. 21.360.
Pple. ἐξελάσας, -αντος Il. 5.25: Od. 9.227.
Infin. ἐξελάσαι Il. 8.255, Il. 15.417: Od. 2.248.
- 1
To drive a flock or herd out to pasture Od. 10.83.
To drive or scare (a domestic animal) off or away: [ὄνον] Il. 11.562.
To drive or conduct (such animals) out of.
With genit.: ἄντρου μῆλα Od. 9.312.
- 2
In reference to persons, to drive or chase away, expel Il. 8.527.
To drive out of, expel from.
With genit.: ἄστεος Il. 21.360. Cf. Od. 2.248.
To drive out or banish from.
With genit.: γαίης ἡμετέρης Od. 16.381.
To drive or force from a position taken up Il. 15.417.
- 3
To drive off (cattle) as spoil Od. 11.292.
To drive (animals) as spoil from.
With genit.: ἐρίφους σηκῶν Od. 9.227.
To drive off (captured horses) Il. 5.25.
To drive off (such horses) from.
With genit.: Τρώων Il. 5.324 = Il. 13.401. Cf. Il. 10.499.
- 4
Absol., to drive one’s chariot off Il. 11.360.
To drive one’s chariot beyond the line of.
With genit.: τάφρου Il. 8.255.
- 5
To knock out of.
With genit.: ὀδόντας κε γναθμῶν ἐξελάσαιμι Od. 18.29.
- 1
- Ioccurs in Hom.:— to drive out from, ἄντρου ἐξήλασε μῆλα Od.; absol. to drive afield, of a shepherd, Od.:—esp. to drive out or expel from a place, Od., Aesch., etc.
- 2to drive out horses or chariots, Il.: Mid. to drive out oneʼs horses, Theocr.; so, ἐξελαύνειν στρατόν to lead out an army, Hdt.: hence
- 3intr. to march out, Hdt.: to drive or ride out, Thuc.
- IIto knock out, Od.
- IIIto beat out metals, Hdt.
-
…ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι. καλὸς οὖν ἄν μοι ὁ βίος εἴη ἐξελθόντι τηλικῷδε ἀνθρώπῳ ἄλλην ἐξ ἄλλης πόλεως ἀμειβομένῳ καὶ ἐξελαυνομένῳ ζῆν. εὖ γὰρ οἶδʼ ὅτι ὅποι ἂν ἔλθω, λέγοντος ἐμοῦ ἀκροάσονται οἱ νέοι ὥσπερ ἐνθάδε · κἂν μὲν…
Plato, Apology
-
…Ἄνυτος οὐδὲ γὰρ ἂν δύναιτο οὐ γὰρ οἴομαι θεμιτὸν εἶναι ἀμείνονι ἀνδρὶ ὑπὸ χείρονος βλάπτεσθαι. ἀποκτείνειε μεντἂν ἴσως ἢ ἐξελάσειεν ἢ ἀτιμώσειεν · ἀλλὰ ταῦτα οὗτος μὲν ἴσως οἴεται καὶ ἄλλος τίς που μεγάλα κακά, ἐγὼ δʼ οὐκ οἴομαι…
Plato, Apology
-
…, ἣν ἡμεῖς ἔργῳ μαθόντες ἔγνωμεν · πολλοὺς γὰρ τῶν πολιτῶν καὶ ἀγαθοὺς ἀπωλέσαμεν, καὶ αὐτοὶ ὑπὸ τῶν τριάκοντα ἐξηλάθημεν. ἐνῆν γὰρ ἀντὶ μὲν τοῦ ἐπὶ δέκα στάδια τῶν μακρῶν τειχῶν διελεῖν ὅλα τὰ μακρὰ τείχη διασκάψαι, ἀντὶ…
Lysias, Speeches
-
…λυσαμένους · τοιούτων ἠξίωσαν οὐχ ὁμοίως μετοικοῦντας ὥσπερ αὐτοὶ ἐπολιτεύοντο. οὗτοι γὰρ πολλοὺς μὲν τῶν πολιτῶν εἰς τοὺς πολεμίους ἐξήλασαν, πολλοὺς δʼ ἀδίκως ἀποκτείναντες ἀτάφους ἐποίησαν, πολλοὺς δʼ ἐπιτίμους ὄντας ἀτίμους τῆς πόλεως κατέστησαν, πολλῶν δὲ θυγατέρας…
Lysias, Speeches
-
…ὧν, ἐπειδὰν βέλτιον φρονήσωσιν, ἅπασι μεταμέλει, οὕτως καὶ ὑμεῖς μεγάλας καὶ δεινὰς τὰς τιμωρίας ποιήσεσθε, ὥστε ἐξελαύνειν τινὰς τῶν πολιτῶν ἐκ τῆς πατρίδος. θαυμάζω δὲ μάλιστα τούτου τῆς διανοίας. οὐ γὰρ τοῦ αὐτοῦ μοι δοκεῖ…
Lysias, Speeches
-
…πρὶν αὐτὸν ἡγούμενοι δεινὰ ποιεῖν οἱ παραγενόμενοι καὶ οἱ μετʼ αὐτοῦ ἐλθόντες, ἐπὶ παῖδας κόρας καὶ ὀρφανὰς εἰσιόντα, ἐξήλασαν βίᾳ. καὶ τοσούτου ἐδέησεν αὐτῷ μεταμελῆσαι τῶν ὑβρισμένων, ὥστε ἐξευρὼν οὗ ἐδειπνοῦμεν ἀτοπώτατον πρᾶγμα καὶ ἀπιστότατον ἐποίησεν ,…
Lysias, Speeches
-
…οὐκ ἐτόλμησα αὐτῷ ἐπισκήψασθαι, ἡγούμενος δεινὸν εἶναι, εἰ ἄρα περὶ παίδων ἐφιλονικήσαμεν ἡμεῖς πρὸς ἀλλήλους, τούτου ἕνεκα ἐξελάσαι τινὰς ζητῆσαι ἐκ τῆς πατρίδος. ἔπειτα δὲ καὶ οὐδεμίαν ἡγούμην πρόνοιαν εἶναι τραύματος ὅστις μὴ ἀποκτεῖναι βουλόμενος ἔτρωσε .…
Lysias, Speeches
-
…τινες μαχεσάμενοι ἔτυχον ἀλλήλων κατάξαντες τὰς κεφαλάς, ἐπὶ τούτοις ἠξίωσαν τῆς πατρίδος φυγὴν ποιήσασθαι · ἢ πολλούς γʼ ἂν ἐξήλασαν · ἀλλʼ ὅσοι ἐπιβουλεύσαντες ἀποκτεῖναί τινας ἔτρωσαν, ἀποκτεῖναι δὲ οὐκ ἐδυνήθησαν, περὶ τῶν τοιούτων τὰς τιμωρίας οὕτω μεγάλας…
Lysias, Speeches
-
…ὅποι ἂν ἔλθω, λέγοντος ἐμοῦ ἀκροάσονται οἱ νέοι ὥσπερ ἐνθάδε · κἂν μὲν τούτους ἀπελαύνω, οὗτοί με αὐτοὶ ἐξελῶσι πείθοντες τοὺς πρεσβυτέρους · ἐὰν δὲ μὴ ἀπελαύνω, οἱ τούτων πατέρες δὲ καὶ οἰκεῖοι διʼ αὐτοὺς τούτους. ἴσως…
Plato, Apology
-
…. ὑστέρῳ δὲ χρόνῳ, ἐπειδὴ Ἡρακλῆς μὲν ἐξ ἀνθρώπων ἠφανίσθη, οἱ δὲ παῖδες αὐτοῦ ἔφευγον μὲν Εὐρυσθέα, ἐξηλαύνοντο δὲ ὑπὸ πάντων τῶν Ἑλλήνων, αἰσχυνομένων μὲν τοῖς ἔργοις, φοβουμένων δὲ τὴν Εὐρυσθέως δύναμιν, ἀφικόμενοι εἰς τήνδε…
Lysias, Speeches