ἐξέλιξις
ἐξέλιξις, evolution
ἐξέλ-ιξις, εως, ἡ,
- evolution, λόγων Plot. 5.7.3; of troops, ἐξελίξεις ἐπʼ ἀσπίδα, ἐπὶ δόρυ, Aristid.Quint. 2.6.
ἐξέλιξις, εως (ἡ) évolution, A. Quint. 2, p. 71 ; Plot. Enn. 2, 999 Creuz.
Étym. ἐξελίσσω.
ἐξέλιξις, = ἐξελιγμός, Sp.