ἐξέτεροι Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐξέτεροι, αι, α, later form of μετεξέτεροι, Nic. Th. 412, 744. ἐξ·έτεροι, αι, α, quelques autres, Nic. Th. 412, 744. Étym. ἐξ, ἕτερος. ἐξέτεροι, αι, α, einige Andere, Nic. Th. 412, 744.