ἐξετάζω
ἐξετάζω, ἐξετάζω, question closely (verb)
- examine well or closely, scrutinize, review, ἐ. φίλους, ὅντινʼ ἔχουσι νόον Thgn. 1016, cf. Ar. l.c., etc.; τὴν ὑπάρχουσαν ξυμμαχίαν ἐ. Th. 2.7; βίον αὐτοῦ πάντα ἐξετάσω D. 21.21; ἐκ τοῦ εἰκότος ἐξετασθῆναι δεῖ τὸ πρᾶγμα Antipho 5.37; ἐ., opp. ὑπέχειν λόγον, Arist. Rh. 1354a5; τὸ διʼ ἀκριβείας -αζόμενον exactly weighed words, Pl. Tht. 184c; ἐ. τι <διὰ> τῶν εἰδότων make inquiries into a thing from . ., Plb. 10.8.1: folld. by Relat., ἐ. ὅστις ἦν D. 45.82; ἐ. τί καὶ πῶς λέγουσι Pl. Phdr. 261a; ἐ. τινά, τίνος ἐστὶ γένους Epicr. 11.17.
- 2 of troops, inspect, review, Th. 7.33, 35, etc.; στρατιώτας σὺν τοῖς ὅπλοις Hell.Oxy. 10.1:—Pass., στρατὸς δὲ θάσσει κἀξετάζεται E. Supp. 391, cf. Th. 6.97.
- 3 ἐ. τὴν βουλήν, τὸ βουλευτικόν, = Lat. legere senatum, revise the roll of the Senate, D.C. 52.42, 54.13.
- 4 examine, approve, PRev.Laws 40.19 (Pass., iii B. C.), etc.
- 5 pass in review, enumerate, ἁμαρτήματα ἀκριβῶς ἐ. Isoc. 7.63, cf. D. 20.52,58.
- II examine or question a person closely, Hdt. 3.62, S. Aj. 586, OC 211; τινὰ περί τινος Pl. Phdr. 258d; τινά τι Id. Grg. 515b, X. Cyr. 6.2.35; δικαίως αὐτὸν ἐξετάσω D. 21.154, cf. 18.20; τὸν δεσπότην ὁ δοῦλος ἐξετάζει Id. 45.76:—Pass., Men. Epit. 65.
- III estimate, τι πρός τι one thing with reference to another, D. 6.7; πρὸς ἐκείνους ἐ. καὶ παραβάλλειν ἐμέ Id. 18.314; ἰσοστάσιος ἦν ἡ πορφύρα πρὸς ἄργυρον ἐξεταζομένη Theopomp.Hist. 114, cf. Jul. Or. 3.119a; ἐ. τινὰ παρʼ ἄλληλα D. 18.265, cf. Isoc. 8.11; compare, πρὸς Ἀριστογείτονα ἐμαυτόν D. Ep. 3.43.
- IV prove by scrutiny or test, of gold, Chilo 1 (Pass.); ἐ. τοὺς κακούς τε κἀγαθούς X. Oec. 20.14; τοὺς χρησίμους D. 34.38: c. part., ἐξητακὼς στερεοὺς ὑπάρχοντας τοὺς τόπους Plb. 3.79.1:—more freq. in Pass., ἐὰν μὴ παρὼν ἐ. unless he is proved to have been present, Pl. Lg. 764a; καὶ λέγων καὶ γράφων ἐξηταζόμην τὰ δέοντα D. 18.173; ἐξήτασαι πεποιηκώς ib. 197; ἐξετάζεσθαι φίλος (sc. ὤν) E. Alc. 1011; ἐχθρὸς ἐξεταζόμενος D. 21.65; κατήγορος Id. 22.66; μέτριοι ἐν τοῖς ἀνηκέστοις Plu. Adul. 2.74b; of things, τὰ φοβερὰ ἐξετασθήσεται μέχρι λόγου τοιαῦτα ὄντα D.H. 6.63.
- V Pass., to be numbered, counted, c. gen., ὧν εἷς ἐγὼ βουληθεὶς ἐξετάζεσθαι And. 4.2; τῶν ἐχθρῶν εἷς ἐξετάζεσθαι to be found in the number of . ., D. 19.291; μετὰ τῶν ἄλλων ἐξητάζετο he appeared among . ., Id. 18.217; ἔν τισι D.H. 6.59; to be placed on a roll, ἐν τοῖς ἱππικοῖς among the Equites at Rome, Plu. Pomp. 14; of the census, ἐξητάσθησαν αἱ πᾶσαι πεντεκαίδεκα [μυριάδες] Id. Caes. 55.
- 2 Pass., present oneself, appear, D. 21.161; πρὸς τὸν ἄρχοντα . . οὐδέπω . . ἐξήτασται Id. 37.46, cf. 18.277.
1. onderzoeken, nagaan:
2. ondervragen, uithoren:
3. taxeren, afwegen tegen,
4. pass. met pred. ptc., adj. of subst. bevonden worden, zich bewijzen (als), blijken:
ausforschen, prüfen, ob Etwas wahr, gut, echt sei, erproben ; τινά, Theogn. 1010 ; μὴ κρῖνε, μὴ ʼξέταζε Soph. Aj. 583 ; neben ματεύω, O.C. 211 ; σοῖς κακοῖς ἠξίουν ἐξετάζεσθαι φίλος Eur. Alc. 1014 ; vom Mustern eines Heeres, στρατὸς θάσσει κἀξετάζεται Suppl. 391 ; so Thuc. 6.97 u. Folgde ; ἂν ἡ δύναμις τῆς πόλεως ἐξητασμένη καὶ παρεσκευασμένη ᾗ φανερά Dem. 14.7 ; τὴν συμμαχίαν ἐξήταζον Thuc. 2.7 ; πάσας εἰδέας ἐξήτασεν Ar. Th. 436 ; ἐξέταζε, τί καὶ πῶς λέγουσι Plat. Phaedr. 261a ; τὴν κολοκύντην ἐξήταζον, τίνος ἐστὶ γένους Epicrat. Ath. II.59 v. 17 ; mit doppeltem acc., ἐάν τίς σε ταῦτα ἐξετάζῃ Gorg. 515b ; neben ἐλέγχω, Apol. 29e ; bei den Rednern = gerichtlich Einen verhören, selbst von der Folter, οἰκέτας ὑπὸ τῶν δεσποτῶν ἐξεταζομένους Dem. 45.76 ; Pol. 15.27.7 ἐξετάσαι πᾶσαν προστιθέντα βάσανον ; περί τινος, Plat. Legg. III.685a ; τινὰ περί τινος, Einen worüber befragen, Phaedr. 258d ; – τινὰ πρός τινα, im Vergleich mit einem Andern Jemanden beurteilen, abschätzen, πρὸς τοὺς ζῶντας τὸν ζῶντα ἐξέταζε Dem. 18.318 ; πρὸς πλεονεξίαν τοὺς λογισμοὺς ἐξετάζων 6.7 (wie Plut. Cat. min. 3 u. a.Sp.); ähnl. ἐξέτασον παρʼ ἄλληλα τὰ σοὶ κἀμοὶ βεβιωμένα 18.265 ; vgl. Isocr. 8.11 u. von sp.Dion.Hal. 2.17. – An die Bdtg des Musterns reiht sich die des Aufzählens, πρώτους ἐξετάσαι τοὺς ἐκ Κορίνθου φυγόντας Dem. 20.52, wie 58 ; pass., zu einer Zahl gerechnet werden, als Einer erfunden werden, καὶ τῶν ἐχθρῶν τῶν σῶν εἷς ἐξητάζετο Dem. 19.291 ; oft c. partic., ἐὰν μὴ παρὼν ἐξετάζηται τοῖς ξυλλόγοις, falls es sich zeigt, daß er nicht dabei war, Plat. Legg. VI.764a ; οὐδενὸς πώποτε τούτων ἐξητάσθης κατήγορος οὐδʼ ἀγανακτῶν ὤφθης Dem. 22.66 ; λέγων καὶ γράφων ἐξηταζόμην τὰ δέοντα, ich zeigte mich als Einen, der immer das Rechte sagte, 18.173 ; ähnl. μετὰ τῶν μηδὲν ἠδικηκότων ἐξετάζεσθαι, unter den, d.h. als Einer, der Niemand Unrecht getan hat, 19.115 ; Sp., wie Dion.Hal. 6.63 ; auch im act. mit partic., Pol. ἐξητακὼς στερεοὺς ὑπάρχοντας τοὺς τόπους 3.79.1 ; φίλων καὶ πελατῶν ἐν τοῖς ἀναγκαιοτάτοις 6.59 ; μετὰ τοῦ Καίσαρος, von Cäsars Partei sein, Plut.; vom Census, sich zu einer Klasse rechnen lassen, ἐν τοῖς ἱππικοῖς Pomp. 14.
Strong 1833
to examine closely, inquire carefully (of): seq. περί (c. ἀκριβῶς), Mt 2:8; seq. τίς, Mt 10:11; c. acc pers., Jo 21:12.†
- Ito examine well or closely, inquire into, scrutinise, review, Theogn., Attic
- 2of troops, to inspect, review, Thuc., etc.:—generally, to pass in review, enumerate, Dem.
- IIto examine or question a person closely, Hdt., Soph., etc.
- IIIto estimate, compare, τι πρός τι one thing by or with another, Soph.
- IVto prove by testing, of gold, Soph.:—in Pass. with part., ἐξετάζεται παρών he is proved to have been present, Plat.; ἐξετάζεσθαι φίλος (sc. ὤν) Eur.; c. gen., τῶν ἐχθρῶν ἐξετάζεσθαι to be found in the number of the enemies, Dem.
- 2to present oneself, appear, Dem.
-
…οἱ τῶν πλουσιωτάτων αὐτόματοι, χαίρουσιν ἀκούοντες ἐξεταζομένων τῶν ἀνθρώπων, καὶ αὐτοὶ πολλάκις ἐμὲ μιμοῦνται, εἶτα ἐπιχειροῦσιν ἄλλους ἐξετάζειν · κἄπειτα οἶμαι εὑρίσκουσι πολλὴν ἀφθονίαν οἰομένων μὲν εἰδέναι τι ἀνθρώπων, εἰδότων δὲ ὀλίγα ἢ οὐδέν. ἐντεῦθεν οὖν…
Plato, Apology
-
…Ὀδυσσέα ἢ Σίσυφον ἢ ἄλλους μυρίους ἄν τις εἴποι καὶ ἄνδρας καὶ γυναῖκας, οἷς ἐκεῖ διαλέγεσθαι καὶ συνεῖναι καὶ ἐξετάζειν ἀμήχανον ἂν εἴη εὐδαιμονίας ; πάντως οὐ δήπου τούτου γε ἕνεκα οἱ ἐκεῖ ἀποκτείνουσι · τά τε γὰρ ἄλλα εὐδαιμονέστεροί…
Plato, Apology
-
…ἐμαυτοῦ πάθη πρὸς τὰ ἐκείνων ὡς ἐγὼ οἶμαι, οὐκ ἂν ἀηδὲς εἴη καὶ δὴ τὸ μέγιστον, τοὺς ἐκεῖ ἐξετάζοντα καὶ ἐρευνῶντα ὥσπερ τοὺς ἐνταῦθα διάγειν, τίς αὐτῶν σοφός ἐστιν καὶ τίς οἴεται μέν, ἔστιν δʼ οὔ .…
Plato, Apology
-
…ἑκάστης ἡμέρας περὶ ἀρετῆς τοὺς λόγους ποιεῖσθαι καὶ τῶν ἄλλων περὶ ὧν ὑμεῖς ἐμοῦ ἀκούετε διαλεγομένου καὶ ἐμαυτὸν καὶ ἄλλους ἐξετάζοντος, ὁ δὲ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ, ταῦτα δʼ ἔτι ἧττον πείσεσθέ μοι λέγοντι. τὰ δὲ ἔχει…
Plato, Apology
-
…πολὺν χρόνον διατρίβοντες ; ἀκηκόατε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πᾶσαν ὑμῖν τὴν ἀλήθειαν ἐγὼ εἶπον · ὅτι ἀκούοντες χαίρουσιν ἐξεταζομένοις τοῖς οἰομένοις μὲν εἶναι σοφοῖς, οὖσι δʼ οὔ. ἔστι γὰρ οὐκ ἀηδές. ἐμοὶ δὲ τοῦτο, ὡς…
Plato, Apology
-
…ἐκινδύνευον ἀποθανεῖν, τοῦ δὲ θεοῦ τάττοντος, ὡς ἐγὼ ᾠήθην τε καὶ ὑπέλαβον, φιλοσοφοῦντά με δεῖν ζῆν καὶ ἐξετάζοντα ἐμαυτὸν καὶ τοὺς ἄλλους, ἐνταῦθα δὲ φοβηθεὶς ἢ θάνατον ἢ ἄλλʼ ὁτιοῦν πρᾶγμα λίποιμι τὴν τάξιν. δεινόν τἂν…
Plato, Apology
-
…νομίζοντα, ἕτερα δὲ δαιμόνια καινά. τὸ μὲν δὴ ἔγκλημα τοιοῦτόν ἐστιν · τούτου δὲ τοῦ ἐγκλήματος ἓν ἕκαστον ἐξετάσωμεν. φησὶ γὰρ δὴ τοὺς νέους ἀδικεῖν με διαφθείροντα. ἐγὼ δέ γε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀδικεῖν φημι…
Plato, Apology
-
…. πρὸς δὲ τούτοις οἱ νέοι μοι ἐπακολουθοῦντες οἷς μάλιστα σχολή ἐστιν, οἱ τῶν πλουσιωτάτων αὐτόματοι, χαίρουσιν ἀκούοντες ἐξεταζομένων τῶν ἀνθρώπων, καὶ αὐτοὶ πολλάκις ἐμὲ μιμοῦνται, εἶτα ἐπιχειροῦσιν ἄλλους ἐξετάζειν · κἄπειτα οἶμαι εὑρίσκουσι πολλὴν ἀφθονίαν οἰομένων…
Plato, Apology
-
…καὶ ἐάν τις ὑμῶν ἀμφισβητήσῃ καὶ φῇ ἐπιμελεῖσθαι, οὐκ εὐθὺς ἀφήσω αὐτὸν οὐδʼ ἄπειμι, ἀλλʼ ἐρήσομαι αὐτὸν καὶ ἐξετάσω καὶ ἐλέγξω, καὶ ἐάν μοι μὴ δοκῇ κεκτῆσθαι ἀρετήν, φάναι δέ, ὀνειδιῶ ὅτι τὰ πλείστου ἄξια περὶ…
Plato, Apology
-
…εὑρίσκουσι πολλὴν ἀφθονίαν οἰομένων μὲν εἰδέναι τι ἀνθρώπων, εἰδότων δὲ ὀλίγα ἢ οὐδέν. ἐντεῦθεν οὖν οἱ ὑπʼ αὐτῶν ἐξεταζόμενοι ἐμοὶ ὀργίζονται, οὐχ αὑτοῖς, καὶ λέγουσιν ὡς Σωκράτης τίς ἐστι μιαρώτατος καὶ διαφθείρει τοὺς νέους · καὶ ἐπειδάν…
Plato, Apology