ἐξαφεδρόομαι
ἐξαφεδρόομαι, to be excreted
ἐξαφεδρόομαι, Pass.,
- to be excreted, νοστίμου αἵματος -ουμένου dub. in Herm. ap. Stob. 1.42.7 codd.; v. ἐξαφρόομαι.