ἐξαυθαδίζομαι
ἐξαυθαδίζομαι, to be self-willed, headstrong
ἐξαυθᾱδίζομαι, strengthd. for αὐθαδίζομαι, J. AJ 15.10.4.
osar, atreverse a c. πρός e inf.
τοὺς ... ἐξαυθαδιζομένους πρὸς τὸ μὴ συμπεριφέρεσθαι τοῖς ἐπιτηδεύμασι
ἐξ·αυθαδίζομαι [θᾱ] (seul. prés.) résister obstinément, Jos. A.J. 15, 10, 4.
ἐξαυθαδίζομαι, [θᾱ], = αὐθαδίζομαι, Jos.