ἐξιχνιασμός
ἐξιχν-ιασμός, ὁ,
- = ἐξίχνευσις, LXX Jd. 5.16 (v.l.), Aq. Jb. 11.7.
ἐξιχνιασμός, οῦ (ὁ) action de suivre à la piste, de découvrir, Spt. Jud. 5, 16 ; Aqu. Job 11, 7 ; 38, 16 ; Ps. 94, 4.
Étym. ἐξιχνιάζω.
ἐξιχνιασμός, ὁ, das Ausspüren, LXX.