About Report a problem

Menu

ἑξκαιπεντηκονταπλάσιος

ἑξκαιπεντηκονταπλάσιος, fifty-six fold

ἑξκαιπεντηκονταπλάσιος [πλᾰ], ον,
  • fifty-six fold, Plu. Fac.lun. 2.925c.

Saved

Recent