ἐξιτητήριος Save Bailly 2024 ἐξιτητήριος, ος, ον [ῐτ] qui concerne le départ, CIA. 2, 481, 33 et 58 (52/42 av. J.-C.) v. Meisterh. p. 92, 15. Étym. ἐξιτητός.