ἐξωμιδοποιός
ἐξωμιδοποιός, maker of ἐξωμίδες
ἐξωμῐδοποι-ός, ὁ,
- maker of ἐξωμίδες, Poll. 7.159.
ἐξωμιδοποιός, ὁ, ein Verfertiger der ἐξωμίς, Poll. 7.34, 159.
ἐξωμιδοποιός, maker of ἐξωμίδες