ἐξωμιδοποιΐα
ἐξωμιδοποιΐα, manufacture of ἐξωμίδες
ἐξωμῐδοποι-ΐα, ἡ,
- manufacture of ἐξωμίδες, X. Mem. 2.7.6.
ἐξωμιδο·ποιΐα, ας (ἡ) [ῐδ] confection d’une tunique ἐξωμίς, Xén. Mem. 2, 7, 6.
ἐξωμιδοποιΐα, ἡ, das Verfertigen der ἐξωμίς, Xen. Mem. 2.7.5.
ἐξωμιδοποιΐα
ἐξωμιδο-ποιΐα, ἡ,
ποιέω
- the making of an ἐξωμίς, Xen.