ἐπαμέριος Save LSJ Grieks Nederlands Pape ἐπᾱμέριος, = sq., Pi. Fr. 182. ἐπαμέριος en ἐπάμερος Dor. voor ἐφημέριος en ἐφήμερος. ἐπαμέριος, Pind. für ἐφημέριος.