ἔπαλπνος
ἔπαλπνος, cheerful, happy
ἔπαλπνος, ον, (v. ἄλπνιστος)
- cheerful, happy, Pi. P. 8.84 codd.; expld. by ἡδύς, προσηνής, Sch.
ἔπ·αλπνος, ος, ον, doux, agréable, Pd. P. 8, 120.
Étym. ἐπί, *ἄλπνος, d’où ἄλπνιστος.
ἔπαλπνος, angenehm, νόστος Pind. P. 8.88.
ἔπαλπνος
- 1cheerful τοῖς οὔτε νόστος ὁμῶς ἔπαλπνος ἐν Πυθιάδι κρίθη (ἡδύς, προσηνής. Σ.) P. 8.84