ἐπαμοίβιμος
ἐπαμοίβιμος, barter -, in exchange
ἐπᾰμοίβ-ῐμος, ον,
- = sq.; ἐ. ἔργα barter, h.Merc. 516 (ἐπʼ ἀμοίβημα cod. M, ἐπαμοίβια cett.).
ἐπαμοίβιμος, hat Wolf für ἐπαμοίβιος geschrieben, nach einem mss. ἐπʼ ἀμοίβημα.
ἐπαμοίβιμος
ἐπᾰμοίβιμος, ον
ἐπαμείβω
- in exchange, Hhymn.