ἐπανάρρυμα Save LSJ Pape ἐπανά-ρρυμα, ατος, τό, = τὸ ἐν Ἀρείῳ πάγῳ ἐπίθυμα, AB 417, cf. Phot. s.v. κρέας. ἐπανάρρυμα, τό, = ἐπίθυμα, ein Opfer im Areopag, B.A. 417.4 u. Phot.