About Report a problem

Menu

ἐπανάρρυμα

ἐπανά-ρρυμα, ατος, τό,
  • = τὸ ἐν Ἀρείῳ πάγῳ ἐπίθυμα, AB 417, cf. Phot. s.v. κρέας.

Saved

Recent