About Report a problem

Menu

ἐπαναφορικός

ἐπαναφορικός, of or for ἐπαναφορά

ἐπανα-φορικός, ή, όν,
  • of or for ἐπαναφορά, σχῆμα Sch. Ar. Pl. 545, cf. Eust. 67.35.

Saved

Recent