ἐπιβατηγός
ἐπιβατηγός, conveying
ἐπιβᾰτ-ηγός (sc. ναῦς), ἡ,
- conveying marines, Ulp. ap. Dig. 14.1.12.
ἐπιβατηγός, ἡ, ναῦς, Passagiere führend, Sp.
ἐπιβατηγός, conveying