ἐπιδιαφέρομαι
ἐπιδιαφέρομαι, to go across after
ἐπιδια-φέρομαι,
- go across after, Th. 8.8 (v.l. διαφέρομαι).
ἐπιδιαφέρομαι
- Pass. to go across after, Thuc.