ἐπιδιόγκωσις
ἐπιδιόγκωσις, swelling up
ἐπιδιόγκωσις, εως, ἡ,
- swelling up, Sor. 1.48 (pl.), 2.31.
ἐπι·διόγκωσις, εως (ἡ) gonflement, Sor. Obst. p. 69, 79, 246 Erm.
Étym. ἐπί, διογκόω.
ἐπιδιόγκωσις, swelling up