ἐπικαταμωκάομαι Save LSJ Pape ἐπικατα-μωκάομαι, = καταμωκάομαι, Poll. 8.77; gloss on ἐπιλλίζω, Sch. A.R. 3.791. ἐπικαταμωκάομαι, = καταμωκάομαι, Poll. 8.77.