ἐπικαταπνέω Save ἐπικαταπνέω, blow LSJ Pape ἐπικατα-πνέω, blow against, EM 554.1. ἐπικαταπνέω, (πνέω), dagegen wehen, vom Winde, EM., Erkl. von ἐπαιγίζων.