ἐπικατάρατος
ἐπικατάρατος, yet more accursed
ἐπικατ-άρᾱτος [ᾰρ], ον,
- accursed, LXX Ge. 3.14, Ep.Gal. 3.10, 13, IG 12(9).955 (Euboea); ταῖς ἀραῖς BMus.Inscr. 918.6 (Halic.).
ἐπικατάρατος, ος, ον [ᾱρᾱ] maudit, Spt. Gen. 3, 14 et 17 ; 9, 25 ; Deut. 27, 15, 16, etc. ; NT. Joh. 7, 49 ; Gal. 3, 10 et 13.
Étym. ἐπικαταράομαι.
ἐπικατάρατος, [ρᾱ], verflucht, NT.
Strong 1944
†
accursed: Ga 3:10
(LXX)13
(LXX κεκαταραμένος)(Cremer, 109).†
ἐπικατάρατος
ἐπι-κατάρᾱτος, ον
- yet more accursed, NTest.