ἐπιλόγισις
ἐπιλόγ-ισις, εως, ἡ,
- = ἐπιλογισμός, Epicur. Fr. 423, Nat. 28.8.
ἐπιλόγισις, εως (ἡ) [γῐ] c. le suiv. Epic. (Plut. M. 1091b).
ἐπιλόγισις, ἡ, = ἐπιλογισμός, Plut. Non Posse 7.