ἐπιπαλαμάομαι Save LSJ Pape ἐπιπᾰλᾰμάομαι, = ἐπιμηχανάομαι, dub. in Luc. Tox. 16 (v.l. ἐπικαλαμάομαι). ἐπιπαλαμάομαι, bei Luc. Tox. 16 v.l. für ἐπικαλαμάομαι, Etwas dagegen ersinnen, wie ἐπιμηχανάομαι.