ἐπιχρόϊσις
ἐπιχρόϊσις, stains
ἐπιχρόϊσις, εως, ἡ,
- perh. stains on clothes, Thphr. CP 2.5.4 codd. (pl.); cf. ἐπίχρωσις.
ἐπιχρόϊσις, εως (ἡ) c. ἐπίχρισις, Th. H.P. 2, 5, 4.
Étym. *ἐπιχροΐζω d’ἐπίχροια.
ἐπιχρόϊσις, ἡ, Abfärbung, Farbe, Theophr., v.l. ἐπίχρισις u. ἐπίχρωσις.