About Report a problem

Menu

ἐπιχώννυμι

ἐπιχώννυμι, heap up

ἐπιχώννῡμι and ἐπιχωννύω,
  • heap up, Ἀρχ.Ἐφ. 1923.39 (Oropus, iv B.C.); τὰ περιμήκιστα τῶν ὀρῶν Ph. 1.405; νεκρῷ θῖνα γῆς Plu. Art. 18; τούτοις γῆν ἐπιχώσας IG 14.1746.13:—Pass., ἐ. τὸ ἔδαφος ἐπὶ τὴν λίμνην Arist. Mir. 837b11; βωμὸς ἐπικεχωσμένος Arg. S. Ph.
    • II fill up, τὴν δίοδον Thphr. HP 9.3.2; τάφρον X.Eph. 4.6; τοὺς λιμένας D.S. 13.107 codd.

Saved

Recent