About Report a problem

Menu

ἐπιχορηγέω

ἐπιχορηγέω, to supply besides

ἐπιχορηγ-έω,
  • supply, furnish, Hero Dioptr. 31; σπέρμα τῷ σπείροντι 2 Ep.Cor. 9.10; ὑμῖν τὸ πνεῦμα Ep.Gal. 3.5; τὸ ἐοικέναι τοῖς νοητοῖς εἴδεσιν Dam. Pr. 341; esp. of a husband, provide for a wife, ἐ. τῇ γαμουμένῃ τὰ δέοντα POxy. 905.10 (ii A.D.), cf. 282.6 (i A.D.); conversely, ἐὰν [γυνὴ] ἐ. τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς LXX Si. 25.22(30):—Pass., τὰ ἀπὸ Λιμυρικῆς -ούμενα Peripl.M.Rubr. 60; τοῖς παρʼ ἑτέρων -ηθεῖσι πλούτοις D.H. 1.42; πᾶν τὸ σῶμα διὰ τῶν ἁφῶν..ἐπιχορηγούμενον καὶ συμβιβαζόμενον Ep.Col. 2.19.

Saved

Recent