ἐτυμηγορία
ἐτῠμ-ηγορία, ἡ,
- = ἐτυμολογία, ib. p.45 P. (pl.).
ἐτυμηγορία, ας (ἡ) [ῠ] action de dire la vérité, Procl. Plat. Crat. (Bkk. p. 1376).
Étym. ἐτυμηγόρος.
ἐτυμηγορία, ἡ, wahre Rede, Procl.