ἑκατοντάκρηπις Save DGE Bailly 2024 ἑκατοντάκρηπις -ιδος que tiene cien zócalos o peldaños βωμοί Iul.Ep.180.396b. ἑκατοντά·κρηπις, ιδος (ὁ, ἡ) [κᾰ] à cent bases, Jul. Ep. 180. Étym. ἑ. κρηπίς.